Ιστορία-Χανίων

  1. Η – Ιστορία της πόλης των Χανίων

Οι αρχαιολογικές έρευνες στην πόλη των Χανίων αποδεικνύουν ότι αυτή είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια της Κυδωνίας, μιας αξιόλογης αρχαίας πόλης. Η πόλη χτίσθηκε κατά τους προϊστορικούς χρόνους από τον Κύδωνα, γιο – σύμφωνα με τους αρχαίους Κρήτες – του Ερμή – κατ’ άλλους του Απόλλωνα – και της νύμφης Ακακαλίδας, κόρης του Μίνωα. Η Κυδωνία αναφέρεται από τον Όμηρο ως μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της Κρήτης, ενώ οι Κύδωνες θεωρούνται ως προελληνικό φύλο. Οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν την Κυδωνία «μητέρα των άλλων κρητικών πόλεων».

Πολλές είναι οι εκδοχές όσον αφορά στην ετυμολογία του τοπωνυμίου της πόλης. Πιθανόν από παραφθορά του ονόματος Χθονία, που ήταν ένα από τα αρχαία ονόματα της Κρήτης, να προέρχονται τα Χανιά. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή προέρχεται από το Αραβικό Χάνι ή τέλος από την αλχανία κώμη (προάστιο ή συνοικία της Κυδωνίας).

Προϊστορική και Ελληνιστική περίοδος (3.000 – 69 π.Χ.)

Η ιστορία της πόλης των Χανιών ξεκινάει από την Νεολιθική εποχή όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα που υπάρχουν (3η – 2η χιλιετία π.Χ ). Η κεραμεική της μεταβατικής νεολιθικής περιόδου (3.000 – 2.900 π.Χ.) αποτελεί την πρωιμότερη μαρτυρία ανθρώπινης δραστηριότητας στο λόφο του Καστελίου, στα ανατολικά του λιμανιού. Ο λόφος αποτέλεσε ιδανική θέση για εγκαθίδρυση προϊστορικού οικισμού, γιατί όχι μόνο γειτονεύει με τη θάλασσα, αλλά περιβάλλεται και από τον πλούσιο Χανιώτικο κάμπο.

Γρήγορα ο οικισμός αναπτύσσεται σε σημαντικό κέντρο με στενές εμπορικές σχέσεις με τα Κύθηρα. Γύρω στο 2.200 π.Χ. κατοικείται και η περιοχή νότια από την Αγορά των Χανίων. Το 1450 π.Χ. η εγκατάσταση στο Καστέλι καταστρέφεται από μεγάλη πυρκαϊά. Σ’αυτήν την περίοδο ανήκουν και 100 περίπου πήλινες πινακίδες με σύμβολα της Μινωϊκής Γραμμικής Α γραφής, που ψήθηκαν κατά την πυρκαϊά και δηλώνουν την πιθανή ύπαρξη κάποιου ανάκτορου στη γύρω περιοχή. Μετά την καταστροφή του 1450 π.Χ. η πόλη ξαναχτίστηκε και συνέχισε τη ζωή της ως το τέλος των μινωϊκών χρόνων, το 1100 δηλαδή π.Χ., με ενδιάμεσες επίσης καταστροφές.

Η υστερομινωϊκή ΙΙΙ περίοδος (1400 – 1100 π.Χ.) υπήρξε εποχή μεγάλης ακμής του οικισμού. Η νεκρόπολη του προϊστορικού οικισμού απλώνεται σε μεγάλη έκταση ολόγυρά του. Υστερομινωϊκοί τάφοι (1400 – 1200 π.Χ.) έχουν σκαφτεί στο Α., ΝΑ και ΒΑ τμήμα της σύγχρονης πόλης και έχουν βρεθεί πήλινα αγγεία υστερομινωϊκής ΙΙΙ γραφής.

Είναι βέβαιο ότι τα Χανιά, τόσο το Καστέλι όσο και το τμήμα της νέας πόλης, κατοικούνταν στους πρώτους αιώνες της πρώτης χιλιετίας, δηλαδή στα γεωμετρικά και αρχαϊκά χρόνια. Λίγα ίχνη έχουν βρεθεί από την πόλη των κλασικών χρόνων (5ος και 4ος αιώνας π.Χ.). Ωστόσο η περίοδος αυτή πρέπει να ήταν εποχή άνθησης για την περιοχή, αν κρίνει κανείς από τους τάφους που έχουν αποκαλυφθεί και από μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων. Είναι γνωστό ότι ο περίφημος γλύπτης Κρησίλας, μαθητής του Φειδία, καταγόταν από την Κυδωνία των κλασικών χρόνων. Η Κυδωνία ήταν η περισσότερο εκτεθειμένη σε εξωτερικές επιδρομές πολιτεία της αρχαίας Κρήτης και επέδραμαν εναντίον της Ζακύνθιοι, Σάμιοι, Αιγινίτες, Αθηναίοι, Φωκαείς. Κατά τους συνεχείς μεγάλους εμφύλιους πολέμους των Κρητικών πόλεων, η Κυδωνία έδινε τη νίκη σ’ εκείνο το στρατόπεδο με το οποίο συμμαχούσε. Το 189 π.Χ. ανταπεξήλθε μόνη της εναντίον των δύο μεγαλύτερων πόλεων της Κρήτης, Κνωσού και Γόρτυνας, ενώ το 170 π.Χ. πολιορκήθηκε από τους Γορτύνιους και ζήτησε τη βοήθεια του βασιλιά της Περγάμου Ευμένη.

Ρωμαϊκή Περίοδος (69 π.Χ – 330 μ.Χ)

Οι Ρωμαίοι που διέβλεπαν τη στρατηγική σημασία του νησιού και το ρόλο που μπορούσε να παίξει στα κατακτητικά τους σχέδια στο χώρο της Ανατολής αποφάσισαν να καταλάβουν την Κρήτη. Η Ρώμη, η οποία από την αρχή του 2ου αιώνα π.Χ. αναζητούσε ευκαιρίες για να επέμβει στα Κρητικά πράγματα, έλαβε αφορμή από τη συμπάθεια των Κρητικών πόλεων προς τον Μιθριδάτη του Πόντου και επεχείρισε να καθυποτάξει την Κρήτη, αλλά ηττήθηκε το 71 π.Χ. Η Κυδωνία ήταν η πρώτη πόλη που συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους. Παρά τη σθεναρή όμως αντίσταση που προέβαλε, η πόλη υποδουλώθηκε στις ασύγκριτα μεγαλύτερες δυνάμεις του κατακτητή. Ο Ρωμαίος στρατηγός Κόϊντος Καικίλιος Μέτελλος, ο Κρητικός, όπως ονομάσθηκε μετά τη νίκη του, πέτυχε να καταλάβει την Κυδωνία το 69 π.χ. και στη συνέχεια την υπόλοιπη Κρήτη. Η ειρηνική ζωή κατά τα χρόνια αυτά στην περιοχή των Χανίων επιβεβαιώνεται από τα πολυτελή δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα, τα άφθονα γλυπτά που φέρνουν στο φως οι ανασκαφές, τα ωραία ψηφιδωτά δάπεδα που έχουν βρεθεί σε διάφορα σημεία της πόλης. Το θέατρο της αρχαίας πόλης σωζόταν ως το 1583, οπότε το κατεδάφισαν οι Ενετοί για να χρησιμοποιήσουν το οικοδομικό υλικό στο χτίσιμο των εξωτερικών τειχών.

Τέλος η αρχική κατασκευή του «Βυζαντινού» τείχους της ακρόπολης του Καστελιού πρέπει να αναχθεί στα χρόνια αυτά. Η νεκρόπολη του οικισμού των ιστορικών χρόνων, ήταν εξαπλωμένη ολόγυρά του. Οι περισσότεροι περιηγητές και σύγχρονοι επιστήμονες τοποθετούν και την Κυδωνία των ιστορικών χρόνων στη σημερινή πόλη των Χανίων. Στα Υστερορωμαϊκά χρόνια η Κυδωνία είναι ακόμα η σπουδαιότερη πόλη της περιοχής και για το λόγο αυτό ορίζεται έδρα της ομώνυμης παλαιοχριστιανικής Επισκοπής. Η πιο σημαντική αρχαιολογική μαρτυρία είναι η πρόσφατη ανακάλυψη, κάτω από τα θεμέλια του βενετσιάνικου καθεδρικού ναού στη συνοικία Καστέλι, μιας μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, η οποία και βεβαιώνει ότι και στην περίοδο αυτή εδώ ήταν το κέντρο της πόλης.

Α’ Βυζαντινή Περίοδος (330-824.μ.Χ)

Η πόλη της Κυδωνίας εξακολουθεί να ακμάζει και στην πρώτη Βυζαντινή περίοδο, μέχρι την Αραβική κατάκτηση. Ο Χριστιανισμός διαδίδεται από τον 1ο αιώνα. Στη Σύνοδο της Σαρδικής (Σόφιας) στα 342-343, συμμετέχει και ο Επίσκοπος Κυδωνίας και μνημονεύεται συχνά σε Πρακτικά Συνόδων και Εκκλησιαστικά «Τακτικά» μέχρι τον 9ο αιώνα. Επιτύμβιες επιγραφές και τάφοι από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου και στην περιοχή του σημερινού Ορφανοτροφείου, δείχνουν ότι εκεί ήταν τα εκτεταμένα νεκροταφεία της πόλης κατά την περίοδο αυτή. Το καλλιτεχνικό επίπεδο είναι συνήθως επαρχιακό, σε σχέση ακόμη με την ανατολική Κρήτη, όπως διαπιστώνεται από την ποιότητα των κτισμάτων και των γλυπτών. Καλύτερη είναι η ποιότητα των ψηφιδωτών δαπέδων, όπου διαπιστώνεται στενή σχέση με μνημεία της κεντρικής Κρήτης.

Στην περίοδο αυτή όμως τα ενδιαφέροντα του Βυζαντίου επικεντρώνονται στην Ανατολή. Η Κρήτη όπως και όλες οι άλλες επαρχίες πέφτουν σε αφάνεια και ιστορικό λήθαργο. Το 330 μ.Χ ο Μ. Κωνσταντίνος αποσπά την Κρήτη από την Κυρηναϊκή και την προσαρτά στην Ιλλυρία. Αργότερα η Κρήτη αποτελεί ιδιαίτερο θέμα αυτοτελή δηλαδή διοικητική περιφέρεια κάτω από βυζαντινό στρατηγό, που κατέχει την ενδέκατη θέση ανάμεσα στους 64 αξιωματούχους του βυζαντινού κράτους Διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Κρήτης εξακολουθεί να είναι η Γόρτυνα. Ο πληθυσμός της Κρήτης καθαρά ελληνικός, έχει ασπαστεί εξ ολοκλήρου τον Χριστιανισμό. Επίσης σοβαρές για την Κρήτη συνέπειες έχουν οι επιδρομές των Αράβων. Οι επιδρομές αυτές αποκρούονται με τα πενιχρά μέσα της εποχής και ματαιώνονται τα σχέδια των Αράβων. Οι αραβικές επιδρομές μαζί με τις θεομηνίες έχουν τις καταστροφικότερες τους συνέπειες. Συντελούν, μεταξύ των άλλων, στην παρακμή πολλών πόλεων και στις βαθιές αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Δεν διαθέτει ακόμα η Κρήτη ισχυρή και οργανωμένη άμυνα κι ο βυζαντινός στόλος βρίσκεται σε αδυναμία να προστατεύσει την ευαίσθητη αυτή περιοχή.

Αραβοκρατία (824 -961 μ.Χ)

Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς στα 824 μ.Χ. θα δημιουργήσει κυριολεκτικά αναστάτωση στη ζωή του τόπου, με συνέπειες στον κοινωνικό, οικονομικό και θρησκευτικό τομέα. Η Αραβοκρατία, από το 824 μ.Χ. έως το 961 μ.Χ., οπότε η Κρήτη ανεκατελήφθη από τον Νικηφόρο Φωκά, είναι για την Κυδωνία μια σκοτεινή περίοδος. Οι ιστορικές πηγές δεν είναι πολύ σαφείς και δεν έχουν εντοπισθεί αρχαιολογικές ενδείξεις.. Από το Συναξάρι του Αγίου Νικολάου του Ομολογητή (ηγουμένου της μονής Στουδίου και γνωστού απολογητή των εικόνων), που καταγόταν από την Κυδωνία, μαθαίνουμε ότι η πατρίδα του ήταν πλούσια και εύφορη, με έντονη την ανάμνηση του ένδοξου παρελθόντος της.

Κατά την περίοδο της Αραβοκρατίας κι επί αυτοκράτορα Μιχ. Τραυλού με αφορμή μια κρίση που ξεσπά στο μουσουλμανικό στοιχείο της Ισπανίας, ο Αργηγός της Κόρδοβας Αμπού Χαψ Ομάρ αναγκάζεται να μετακινηθεί με το λαό του, αναζητώντας νέο τόπο εγκατάστασης. Ο λαός αυτός, στοιχείο πειρατικό και τυχοδιωκτικό, κατορθώνει την εγκατάσταση του το 824μ.χ στην Κρήτη. Ανοίγει λοιπόν μια νέα περίοδος στο ιστορικό κεφάλαιο της Κρήτης που στάζει αίμα και δάκρυ.

Από ανεύρεση αραβικών νομισμάτων σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι Άραβες, δεν καταλαμβάνουν ολόκληρο το νησί, αφού, για την άσκηση των πειρατικών τους επιδρομών χρειάζονται μόνο παράλια ορμητήρια. Ο Χάνδακας αποτελεί το ισχυρότερο κέντρο εξόρμησης και ένα τόπο όπου συγκεντρώνονται τα λάφυρα των διαρπαγών και της λεηλασίας. Η Κρήτη αποκόβεται από τον κορμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Βυθίζεται στο πυκνό πνευματικό σκοτάδι μιας μακρόχρονης αραβικής νύχτας.

Β’ Βυζαντινή Περίοδος (961 – 1204 μ.Χ)

Με την ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά και την ένταξη της και πάλι στον κορμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αρχίζει μια νέα περίοδος, που διαρκεί 250 χρόνια. Κύριο μέλημα του Βυζαντίου είναι η αποκατάσταση και σταθεροποίηση της εξουσίας στο νησί, γι αυτό και καταβάλλει έντονες προσπάθειες να μειώσει τις συνέπειες της αραβοκρατίας στον πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό τομέα.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής, το Βυζάντιο θα εγκαταστήσει αποίκους από διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας.  Μέσα στη δεύτερη Βυζαντινή περίοδο, θα σταλούν από τη Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη αρχοντικές οικογένειες (τα «Δώδεκα Αρχοντόπουλα») που θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο ανάμεσα στον ντόπιο πληθυσμό. Για να αποτρέψουν μελλοντικό αραβικό κίνδυνο, οι Βυζαντινοί οργανώνουν την άμυνα του νησιού και κατασκευάζουν ισχυρά οχυρωματικά έργα στα παράλια και σε άλλες επίκαιρες θέσεις. Στη θέση της Κυδωνίας, που εξακολουθεί να διατηρεί τη στρατηγική της σημασία και πάνω στο λόφο Καστέλι, χτίζεται από τους Βυζαντινούς ένα φρούριο, που σε πολλά του σημεία πατάει πάνω στο αρχαίο τείχος και έχει κατασκευασθεί από τα οικοδομικά υλικά της αρχαίας Κυδωνίας. Στην περίοδο αυτή σημειώνεται κι ένα μοναδικό πολιτικό γεγονός, μια στάση την οποία οργανώνει ο Δούκας της Κρήτης κατά του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1092-1093).

Τις πληροφορίες των ιστορικών πηγών για διασυνδέσεις της Κρήτης με την πρωτεύουσα και τη σημαντική θέση της στα ενδιαφέροντα του Βυζαντίου, έρχεται να επιβεβαιώσει η αρχαιολογική έρευνα. Η πόλη ωστόσο έχει χάσει την αρχική της σημασία και για το λόγο αυτό και η Επισκοπή της μεταφέρεται στην κοντινή Αγυιά. Από την περίοδο αυτή σώζονται μόνο  μερικά τμήματα του τείχους στο Καστέλι. Μέσα στα χρόνια αυτά φαίνεται ότι πήρε η πόλη και το όνομα Χανιά.

Ενετοκρατία (1204-1669)

Με την Δ΄ Σταυροφορία και την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204, η Κρήτη δίδεται στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, που στη συνέχεια την πουλά στους Ενετούς. Αλλά προτού υπογραφεί η αγοραπωλησία, το 1266 ο Γενουάτης Κόμης της Μάλτας Ερρίκος Πισκατόρι καταλαμβάνει την Κρήτη και οι Γενοβέζοι, αντίπαλοι των ενετών, λεηλάτησαν την πόλη και την παρέδωσαν στη φωτιά.

Χρειάσθηκαν 8 χρόνια για να μπορέσει η Βενετία να εξώσει τους Γενουάτες από το Νησί. Από το 1210 μέχρι το 1252 η Βενετία προσπαθεί να εδραιώσει την εξουσία της στη Δυτική Κρήτη, όπου οι τοπικοί ηγέτες με τη συνεργασία της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας αντιστέκονται. Στα 1252 η πόλη και ο νομός μοιράζονται σε 90 «καβαλαρίες» και δίδονται στους Ενετούς αποίκους με τη ρητή υποχρέωση να ξαναχτίσουν την πόλη των Χανίων.

Επισκευάζουν το τείχος του Καστελιού και οργανώνουν πολεοδομικά την πόλη μέσα στα όριά του. Οι ενετοί έχτισαν την πόλη ακολουθώντας ενετικά πρότυπα αρχιτεκτονικής. Mέσα στον οχυρωματικό περίβολο που επισκευάζεται, χτίζεται μια νέα πόλη με σύγχρονο ρυμοτομικό σχέδιο, ωραία δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, τον καθεδρικό ναό της Παναγίας, το παλάτι του Ρέκτορα (Διοικητή), και τις κατοικίες των μεγάλων αξιωματούχων. Τα δημόσια κτίρια αναπτύσσονται κατά μήκος του κεντρικού δρόμου (corso – σημερινή οδός Κανεβάρo) που διασχίζει το Καστέλι από ανατολικά. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σώζονταν ακόμα οι επιβλητικές είσοδοι των παλατιών των ενετών αρχόντων και κυριαρχούσε η γοτθική αρχιτεκτονική. Γύρω από το Καστέλλι αναπτύχθηκε μια άλλη οικιστική ενότητα γνωστή ως βούργοι, δηλαδή προάστια.

Η οχύρωση της πόλης άρχισε το 1336 και κράτησε 20 χρόνια. Έξω από τα τείχη, στις αρχές του 14ου αιώνα, χτίζονται οι μονές του Αγίου Φραγκίσκου των Φραγκισκανών και του Αγίου Νικολάου των Δομηνικανών μοναχών. Στα αστικά κέντρα της Κρήτης επικρατεί το καθολικό στοιχείο, αντίθετα με την ύπαιθρο, όπου κυριαρχούν οι ορθόδοξοι. Από την πρώτη περίοδο της πόλης, κατά την οποία αυτή περιορίζεται μέσα στα όρια του Καστελιού, ελάχιστα στοιχεία σώζονται, καθώς οι σεισμοί και οι άλλες καταστροφές είναι συχνές.

Τα Χανιά εξελίσσονται σε δεύτερη πόλη του «Βασιλείου της Κρήτης», είναι έδρα «Ρέκτορα» και Λατίνου Επισκόπου. Η πόλη και το λιμάνι της αποτελούν το κέντρο μιας πλούσιας γεωργικής περιοχής με οικονομικές και πολιτιστικές διασυνδέσεις με την Βενετία. Σταδιακά η πόλη επεκτείνεται και έξω από το παλιό φρούριο ώστε θεωρείται απαραίτητη η νέα και σύγχρονη οχύρωσή της. Έτσι στα μέσα του 16ου αιώνα η πόλη οχυρώνεται για μια ακόμη φορά σε σχέδια και επίβλεψη του διάσημου στα οχυρωματικά έργα Βερονέζου Μichele Sanmichielli με σύγχρονα τείχη και τάφρο. Οι νέες οχυρώσεις έχουν παραλληλόγραμμο σχήμα και περικλείουν μια αρκετά μεγάλη έκταση. Τα τείχη με την τάφρο – που όμως δεν γέμισε ποτέ με νερό – περιλαμβάνουν και το λιμάνι και είναι κτισμένα με τις πιο σύγχρονες για την εποχή αντιλήψεις της οχυρωματικής τεχνικής.

Μέσα στη νέα αυτή πόλη με το καλύτερο ρυμοτομικό σχέδιο χτίζονται ή επισκευάζονται ναοί, μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια που ακολουθούν τις τάσεις του Βενετσιάνικου Μανιερισμού. Ανεγείρεται νέο υδραγωγείο, κτίσματα για την εξυπηρέτηση των στρατιωτικών αναγκών, και στο λιμάνι κτίζονται σταδιακά 22 νεώρια που χρησίμευαν για τη φιλοξενία και επισκευή, κατά τους χειμερινούς μήνες, των πλοίων του βενετσιάνικου στόλου. Η οχύρωση ενισχύεται με φρούρια στα νησάκια Θεοθωρού, Σούδα και Γραμβούσα.

Αλλά οι αντιδράσεις του προσανατολισμένου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ελληνική Αυτοκρατορία ντόπιου στοιχείου είναι συχνές. Από το 1212 και μέχρι το τέλος της Ενετοκρατίας οι Κρήτες πραγματοποίησαν 27 επαναστάσεις. Αρχηγοί των επαναστάσεων αυτών ήταν μέλη των οικογενειών των 12 Αρχοντόπουλων, οι οποίες είχαν διατηρήσει τα φεουδαλικά τους προνόμια και διακρίνονταν για τον υλικό και πνευματικό τους πλούτο, αλλά και την εμμονή τους στο Ορθόδοξο Δόγμα και την αποτίναξη του ξενικού ζυγού.

Στις συνεχείς εθνικο-κοινωνικές εξεγέρσεις ο ρόλος των «αρχοντορωμαίων» και του Κλήρου είναι μεγάλος. Η Δυτική επιρροή είναι σχεδόν ανύπαρκτη, παρά τις έντονες προσπάθειες προσηλυτισμού που καταβάλλονται. Η μακραίωνη ωστόσο συμβίωση των δύο στοιχείων θα δημιουργήσει μια κοινωνική και πολιτιστική προσέγγισή τους, αλλά χωρίς να υποχωρεί το στοιχείο της αντιπαράθεσης. Δημιουργούνται όμως σιγά – σιγά οι κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να μπορούμε σήμερα να αναφερόμαστε στην «Κρητική Αναγέννηση» στους τομείς της Λογοτεχνίας, της Αρχιτεκτονικής και της Ζωγραφικής.

Πρώιμη τουρκοκρατία (1645 – 1831)

Παρά τις προσπάθειες των ενετών να ενισχύσουν την άμυνα του νησιού ώστε να αντέξει σε πιθανή τουρκική επίθεση, το μέλλον του ήταν προδιαγραμμένο. Οι Τούρκοι καταβάλλουν έντονες προσπάθειες να κυριαρχήσουν στην, πολύτιμη για τον έλεγχο της Μεσογείου, Κρήτη. Μετά από μια ρευστή περίοδο που συνοδεύεται από επιδρομές, λεηλασίες διπλωματικές και άλλες ενέργειες, αρχίζει τελικά στα 1645 η εκστρατεία κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους.

Τον Ιούνιο του 1645 ο Γιουσούφ Πασάς αποβιβάζει στρατό στα Μεσόγεια Κισάμου και στο Κολυμπάρι και πολιορκεί το φρούριο της νησίδας Θεοδωρού. Στις 15 Ιουνίου 1645 αρχίζει η πολιορκία της πόλης των Χανίων που πέφτει μετά από 57 ημέρες, τον Αύγουστο του 1645, ενώ ολόκληρη η Κρήτη καταλαμβάνεται τελικά από τους Τούρκους το 1669, μετά από 25ετή πόλεμο.

Με την κατάληψη της πόλης, οι νέοι κατακτητές, στην προσπάθεια τους να προσεταιριστούν το ντόπιο πληθυσμό, επαναφέρουν τον ορθόδοξο επίσκοπο Κυδωνίας στην αρχαία του έδρα, τον ναό των Αγίων Αναργύρων, αποκαθιστώντας έτσι την εκκλησιαστική τάξη. Οι νέοι κατακτητές φροντίζουν, εκτός από την μετατροπή των καθολικών εκκλησιών σε τζαμιά, και για την ανοικοδόμηση νέων. Κατασκευάζονται επίσης δημόσια λουτρά, από τα οποία τρία σώζονται μέχρι σήμερα, όπως και δημόσιες κρήνες, συνδεμένες συνήθως με τα τζαμιά, σύμφωνα με τα καθιερωμένα στην μουσουλμανική θρησκεία. Χτίζονται ακόμη δημόσια κτίρια, όπως στρατώνες, νοσοκομεία και άλλες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εκτός από τις ενετικές και γίνεται συμπλήρωση της οχύρωσης του φρουρίου, ενώ απαγορεύεται η οικοδόμηση έξω από αυτό.

Με την κατάκτηση των Χανίων οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες αλλάζουν σημαντικά. Το μουσουλμανικό στοιχείο αποτελεί την άρχουσα τάξη με φεουδαρχικό χαρακτήρα. Νέες συνθήκες ζωής διαμορφώνονται, συνδεδεμένες στενά με τη θρησκευτική και κοινωνική οργάνωση του κατακτητή. Η πόλη ορίζεται έδρα Τούρκου Πασά.

Η επανάσταση του Σφακιανού Δασκαλογιάννη – Βλάχου το 1770 και το αποτρόπαιο τέλος που του επεφύλαξαν οι Τούρκοι (τον έγδαραν ζωντανό) αλλά και όλες οι επαναστάσεις κατά τον ταραγμένο 19ο αιώνα, επηρέασαν τόσο τις κοινωνικοπολιτικές δομές της Κρητικής ζωής, όσο και τις εξελικτικές διαδικασίες στον διοικητικό και πολιτιστικό τομέα.

Η μεγάλη Επανάσταση του 1821 όμως προκαλεί ένα ισχυρό κραδασμό στις σχέσεις των δύο λαών. Στην πόλη των Χανίων όπου έχει συγκεντρωθεί το σύνολο σχεδόν του μουσουλμανικού πληθυσμού της υπαίθρου, οργανώνονται μεγάλες σφαγές του Χριστιανικού στοιχείου.

Αιγυπτιοκρατία (1831 – 1841)

Μετά το τέλος της Επανάστασης, η Κρήτη παραχωρείται στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή έως το 1841. Κατά τη διάρκεια της Αιγυπτιακής κατοχής, ανακατασκευάζεται ο λιμενοβραχίονας και ο περίφημος φάρος του Χανιώτικου λιμανιού, ενώ η Αιγυπτιακή Διοίκηση εκδίδει στα Χανιά την πρώτη Κρητική εφημερίδα «Βακάϊ Γκιρίτ» (Φωνή της Κρήτης), δίγλωσση, μισή στα Ελληνικά και μισή στα Αραβικά.

΄Υστερη τουρκοκρατία (1841 – 1898)

Η δεύτερη περίοδος της Τουρκοκρατίας αρχίζει με την επαναφορά της Κρήτης στους Τούρκους, ενώ στα μέσα του 19ου αιώνα τα Χανιά καθιερώνονται ως πρωτεύουσα του Νησιού, λόγω των συχνών επαναστάσεων στο χώρο της Δυτικής Κρήτης. Γεγονός που επηρεάζει σοβαρά την εξέλιξη της πόλης, κυρίως με την επικράτηση μιας πιο ανεκτικής πολιτικής, παράλληλα με την οικονομική άνθηση. Κτίζονται νέες δημόσιες και ιδιωτικές οικοδομές που ακολουθούν τα σύγχρονα ρεύματα του Νεοκλασικισμού, η πόλη επεκτείνεται και αποκτά σιγά σιγά ευρωπαϊκό χαρακτήρα, ξεφεύγοντας από τα όρια των οχυρώσεων. Χτίζονται νέοι ναοί και Κοινοτικά Καταστήματα, σχολεία, ο καθεδρικός ναός της Τριμάρτυρης κ.α.

Το 1841 ξεσπά το Κίνημα του Χαιρέτη και το 1859 το Κίνημα του Μαυρογένη, με το οποίο οι Κρήτες πετυχαίνουν να κατέχουν ελεύθερα όπλα, να ασκούν τη λατρεία και να γίνεται σεβαστή η θρησκεία τους, καθώς και τη σύσταση Χριστιανικών Δημογεροντιών που είχαν αρμοδιότητα σε θέματα παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας, κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου. Ακολουθεί η τριετής επανάσταση 1866 – 1869 καθώς και η επανάσταση του 1877 – 1878 που φέρνει και την περίφημη Σύμβαση της Χαλέπας. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Κρήτη αποχωριζόταν από την λοιπή Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνέχιζε να διοικείται από τη Γενική Διοίκηση Κρήτης και παραχωρούνταν ορισμένα προνόμια, μεταξύ των οποίων και η σύσταση Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων και η έκδοση εφημερίδων. Μέχρι τότε – και με εξαίρεση ελάχιστα παράνομα μονόφυλλα – εκδιδόταν από το 1867, μόνο η ημιεπίσημη εφημερίδα της Τουρκικής Διοικήσεως «Κρήτη».

Κάνοντας χρήση των διατάξεων της Συμβάσεως της Χαλέπας, οι Χανιώτες συγκροτούν το 1879 τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο «Μίνως» και τον Γεωργικό Σύλλογο «Δήμητρα» (με παραπλήσιους σκοπούς. Το 1880 δημιουργείται ο θεατρικός θίασος «Ευτέρπη», με στελέχη του επίλεκτα μέλη της Χανιώτικης κοινωνίας, μεταξύ αυτών και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που δίνουν παραστάσεις θεατρικών έργων ή ενισχύουν θεατρικά σχήματα που επισκέπτοναι τα Χανιά. Παράλληλα από το 1880 και εξής αρχίζουν να εκδίδονται στα Χανιά πλείστες εφημερίδες: «Λευκά ΄Ορη», «Αλήθεια», «Πατρίς», «΄Αμυνα», η σατιρική «Κίσσα», καθώς και αρκετές τουρκικές. Το 1884 συγκροτείται ο Δικηγορικός Σύλλογος Χανίων.

Αλλά το 1889 η Τουρκία περιορίζει σημαντικά τα προνόμια των Κρητών και επακολουθεί η επανάσταση του 1889 που καταπνίγηκε μετά από ένα οκτάμηνο. Το 1895 συγκροτείται η Μεταπολιτευτική Επιτροπή αλλά στις 11 Μαϊου 1896 ο πληθυσμός των Χανίων υφίσταται μεγάλη σφαγή, όπως άλλωστε τον επόμενο χρόνο 1897, οπότε και πυρπολούνται και τα Κοινοτικά Καταστήματα απέναντι από τον καθεδρικό ναό, που περιλάμβαναν το επισκοπικό μέγαρο και το παρθεναγωγείο.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις, που πάντοτε ενδιαφερόταν για την Κρήτη λόγω της στρατηγικής της σημασίας, αποφασίζουν την διεθνή κατοχή του νησιού, ενώ η Ελλάδα στέλνει εκστρατευτικό σώμα 1500 ανδρών υπό τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο.

Κρική Πολιτεία (1898 – 1913)

Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 φθάνει στη Σούδα και αναλαμβάνει τη διοίκηση της νεοσύστατης Αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, ως Υπατος Αρμοστής, ο Πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας. Με την ίδρυση της «Κρητικής Πολιτείας», τα Χανιά γνωρίζουν την μεγαλύτερη ακμή στην ιστορία τους, ως πρωτεύουσα της Κρήτης. Συνεχίζουν να είναι έδρα του Αρμοστή και πρωτεύουσα του Κρητικού Κράτους, μεγάλο διοικητικό, πνευματικό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο. Η Κρητική Πολιτεία έχει δική της σημαία και νόμισμα – την Κρητική δραχμή – ιδρύεται η Τράπεζα Κρήτης, συντάσσεται το Σύνταγμα του Κρητικού Κράτους, γίνονται εκλογές για την ανάδειξη πληρεξουσίων, αρχίζει να εκδίδεται η Επίσημη Εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας και δημιουργείται η Κρητική Χωροφυλακή. Συγκροτείται το Συμβούλιο του Ηγεμόνα και συνιστώνται πέντε Ανώτερες Διευθύνσεις, αντίστοιχες με τα σημερινά Υπουργεία: Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Θρησκευμάτων, Συγκοινωνιών και Ασφαλείας και Δικαιοσύνης (με Σύμβουλο-Υπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο).

Τα Χανιά στις αρχές του 20ού αιώνα, σύμφωνα με την απογραφή του 1900, έχουν περίπου 21.000. Η πόλη έχει στενούς δρόμους, μικρές πλατείες και κτίρια με στοιχεία ενετικά, τουρκικά και ελληνικά – πολυεθνική πόλη, με γνήσιο Κρητικό χαρακτήρα αλλά και με ξενικές επιρροές, λόγω των κατακτητών του παρελθόντος αλλά και της παρουσίας των στρατευμάτων των Μεγάλων Δυνάμεων που παραμένουν στο Νησί.

Τα Χανιά ασφυκτιούν περιορισμένα ακόμη μέσα στα όρια της παλιάς εποχής, τα φρούρια και τις τάφρους γύρω τους, τα «χεντέκια», κι έτσι μια νέα πολιτεία αρχίζει να αναπτύσσεται σιγά – σιγά έξω από τα τείχη που οριοθετούν τη σφιχτοδεμένη ύπαρξη της μεσαιωνικής πόλης. Ωραιότατα νεοκλασικά κτίρια, σωστά καλλιτεχνήματα, αρχίζουν να ορθώνονται, φτιαγμένα από ειδικευμένους μηχανικούς και εργολάβους, ενώ οι τάφροι τώρα πια, γύρω από τα τείχη, χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια λαχανικών και οπωρικών, για τις ανάγκες της πόλης.

Τα τείχη, χτισμένα το 1252, είχαν τρεις πύλες. μια στα ανατολικά, την πύλη της Αμμου (Σαμπιονέρα) στο Κουμ-Καπί, που είχε ονομασθεί έτσι από το αμμώδες έδαφος της περιοχής. Επίσης την πύλη στη συνοικία Τοπχανά, το «πορτάκι», στο τέλος της σημερινής οδού Θεοτοκοπούλου, που εξυπηρετούσε τη στρατιωτική Υπηρεσία, αλλά και τους Εβραίους που έμεναν στη συνοικία της Οβριακής και όταν είχαν κηδεία κατευθυνόταν στο Εβραϊκό νεκροταφείο, στα νοτιοδυτικά του εργοστασίου της ΑΒΕΑ. Και τέλος την πύλη του Καλέ-Καπισί, πύλη του φρουρίου, Porta Retimiota όπως λεγόταν παλαιότερα, μια που από εκεί άρχιζε ο δρόμος για το Ρέθυμνο, που βρισκόταν στα νότια του τείχους που περιέκλειε την πόλη. Στα παλαιότερα χρόνια, όπως άλλωστε οι περισσότερες πύλες των φρουρίων, άνοιγε με την ανατολή του ηλίου και κλειδωνόταν με τη δύση του. Από αυτή είχε βγει και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης στις 3 Νοεμβρίου του 1898. Απέναντι από το Καλέ-Καπισί βρισκόταν η πλατεία Κοτζάμπαση, που πήρε το όνομά της μετά τη δολοφονία, στο μέρος εκείνο, του Καβάση του Ρωσικού Προξενείου Γιώργη Κοτζάμπαση.

Η πόλη ασφυκτιούσε μέσα στα τείχη, κι έτσι μια νέα πολιτεία άρχισε να σχηματίζεται και να αναπτύσσεται απ’ έξω. Η ανάγκη ένωσης των δύο τμημάτων της πόλης, φέρνει τις κατεδαφίσεις των φρουρίων και τη δημιουργία ρηγμάτων στο Κρύο Βρυσάλι, στο Καλέ-Καπισί και στα ανατολικά της Piatta Forma, προς το κτίριο του Γυμνασίου.

Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας γίνονται πολλά έργα ανασυγκρότησης – διάνοιξη δρόμων και πλακόστρωση, αποχετευτικά έργα καθώς και εξωραϊσμού και καλλωπισμού, ανεγείρεται η περίφημη Δημοτική Αγορά. Το πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο είναι σε υψηλό σημείο, λειτουργούν νέα σχολεία, το ποσοστό του αναλφαβητισμού μικραίνει. ΄Εχει συγκροτηθεί από το 1899 ο Φιλολογικός Σύλλογος «Χρυσόστομος» και στη συνέχεια ιδρύονται όλο και περισσότερα πνευματικά, φιλανθρωπικά, αθλητικά και εργατικά σωματεία, διοργανώνονται πλείστες εκδηλώσεις. ΄Ερχονται πολυμελείς και καλά καταρτισμένοι Ελληνικοί και ξένοι θίασοι, μαθητές επίσης δίνουν θεατρικές παραστάσεις με αξιώσεις και μάλιστα στα αρχαία Ελληνικά. Χώροι των παραστάσεων ο Δημοτικός Κήπος, το θέατρο της Σπλάντζιας, του Καλέ-Καπισί, του Φαλήρου στο Κούμ-Καπί, του Καστελιού.

Στο «Ακταίον», στο λιμάνι, ο κουκλοπαίχτης Χρήστος Κονιτσιώτης, «ο πρύτανις των ανδρεικέλων», συγκεντρώνει πλήθη μικρών και μεγάλων, με τον μεγάλο ξύλινο θίασό του. Δίδονται συναυλίες, διοργανώνονται μουσικοφιλολογικές εσπερίδες, έρχεται ο φωνογράφος και ο κινηματογράφος στα Χανιά. Κυκλοφορούν εφημερίδες και περιοδικά με αξιοθαύμαστη ύλη, ενώ το 1901 στα πρωτοπόρα Χανιά, γίνεται πρόταση χειραφέτησης της γυναίκας στην Κρητική Βουλή, από τον Σφακιανό βουλευτή Γεώργιο Δασκαλογιάννη.

Η σύγκρουση του Αρμοστή το 1901 με τον επί της Δικαιοσύνης Σύμβουλό του Ελευθέριο Βενιζέλο φέρνει την απόλυση του δεύτερου και έχει ως επακόλουθο το 1905 το Κίνημα του Θερίσου και την αποχώρηση του Γεωργίου το 1906, ενώ τοποθετείται ως Αρμοστής ο Αλέξανδρος Ζαϊμης.

Από της 25ης Σεπτεμβρίου 1908 τα μέλη της Κυβερνήσεως της Κρήτης είχαν δώσει όρκο ενώπιον του Επισκόπου Κυδωνίας και Αποκορώνου στο όνομα του Βασιλέως των Ελλήνων. Η Κρητική Βουλή στα Χανιά με τη σειρά της είχε επικυρώσει τα ψηφίσματα της Ένωσης, εξέδωσε επίσης δικό της πανηγυρικό ψήφισμα και προχώρησε στην κατάργηση της Αρμοστείας. Το Κρητικό Σύνταγμα καταργήθηκε και εισήχθη το Ελληνικό. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπέδειξε στον Αρμοστή Αλ. Ζαϊμη που βρισκόταν εκτός του Νησιού, να μην επιστρέψει στην Κρήτη, όπου σχηματίσθηκε νέα προσωρινή διακομματική Κυβέρνηση από τους Ελ. Βενιζέλο, Μίν. Πετυχάκη, Εμμ. Λογιάδη, Χαρ. Πωλογεώργη, και Πρόεδρο τον Αντ. Μιχελιδάκη. Η Ελληνική Κυβέρνηση, για να αποφύγει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και τις διεθνείς περιπλοκές, δεν προχώρησε στην επίσημη αναγνώριση της Ένωσης.

Με την ευτυχή κατάληξη των Βαλκανικών Πολέμων έληξε και το Κρητικό Ζήτημα. Η ΄Ενωση είχε ήδη πραγματοποιηθεί στη πράξη, όταν στις 14 Φεβρουαρίου 1913 αφαιρέθηκαν από το φρούριο της Σούδας οι σημαίες των Μεγάλων Δυνάμεων και της Τουρκίας. Με το ΄Αρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30/5/1913) ο Σουλτάνος παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του στην Κρήτη, παραχωρώντας τα στις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ με ιδιαίτερη Συνθήκη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (1/11/1913) παραιτήθηκε επίσης κάθε δικαιώματος επικυριαρχίας στο Νησί..

Mε την έπαρση τη Ελληνικής σημαίας στο Φρούριο Φιρκά την 1η Δεκεμβρίου 1913 παρουσία του τότε Βασιλιά της Ελλάδας Κωνσταντίνου και του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και απερίγραπτης χαράς, επισημοποιήθηκε και η τυπική πλέον ΄Ενωση του Νησιού με την Ελλάδα.

Τα επόμενα χρόνια

Τα Χανιά συνεχίζουν να είναι η πρωτεύουσα της Κρήτης και έδρα της Γενικής Διοικήσεως και τις επόμενες δεκαετίες. Υφίστανται όμως σταδιακά πολλές επεμβάσεις για τον «εκσυχρονισμό» της παλιάς πόλης, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται σιγά σιγά ο μνημειακός της χαρακτήρας.

Πάντα πρώτοι οι Χανιώτες τρέχουν σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες της μάνας Ελλάδας. Στα Χανιά γίνεται και το αντιδικτατορικό Κίνημα του 1938 εναντίον του Μεταξά, αφού οι κάτοικοι αυτής της πόλης έχουν πάντοτε όραμά τους τη Δημοκρατία και την Ελευθερία.

Πρωταρχικό ρόλο παίζουν και πάλι τα Χανιά και στη θρυλική Μάχη της Κρήτης. Από εδώ ξεκίνησε η επιδρομή των Στούκας, η πόλη βομβαρδίζεται συνεχώς, εδώ πέφτουν οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές και εδώ πρωτοσυναντούν την απελπισμένη και ανυποχώρητη αντίδραση του Κρητικού λαού. Η αντίσταση κράτησε, όχι μόνο τις 10 μέρες της Μάχης, μα και αμέσως μετά τις πρώτες ημέρες της κατάληψης της Κρήτης, με τον σχηματισμό των πρώτων αντιστασιακών ομάδων στην περιοχή των Χανίων.

Το 1964 η παλιά πόλη των Χανίων χαρακτηρίζεται από την Πολιτεία ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και καταβάλλεται έντονη προσπάθεια για τη διατήρηση και ανάδειξη του ιστορικού χαρακτήρα της.

Advertisements